Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Το σχολείο μας


Εγώ μπλοκάκι μου σου είμαι πιστή σαν την Πηνελόπη ένα πράμα.
Σήμερα θα γράψω για τα μαθητικά χρόνια πριν το 1974.
Στο χωριό μου την δεκαετία του εξήντα και μετά που πήγαινα εγώ δημοτικό ( πρόσφατα δηλαδή) είχαμε ένα δημοτικό σχολείο (αυτό που είναι στη φωτογραφία δίπλα) .Το σχολείο είχε δυο μεγάλες αίθουσες που η κάθε μια φιλοξενούσε τρεις τάξεις στη μια αν θυμάμαι καλά ήταν η πρώτη η έκτη και η Πέμπτη και στην άλλη αίθουσα ήταν η δευτέρα ,τρίτη και τετάρτη ,δεν είμαι σίγουρη για την τετάρτη και την πέμπτη,αλλά δεν έχει και μεγάλη σημασία. Τα θρανία ήταν ξύλινα βαμμένα γαλάζια και καθόμασταν δυο δυο σε κάθε θρανίο .Υπήρχε μια σειρά από κάθε τάξη την ώρα που ο δάσκαλος έκανε μάθημα στη μια τάξη οι άλλες δυο κάνανε ασκήσεις χωρίς να μιλάνε .Πρέπει να ήταν δύσκολο για τους δασκάλους να έχουν τρεις τάξεις σε μια αίθουσα.
Οι αίθουσες αυτές χωρίζονταν με πόρτες τις οποίες ανοίγαμε τα Χριστούγεννα ΄και τις εθνικές εορτές συνήθως όπου και στηνόταν σκηνή για να παιχτεί θεατρικό ανάλογα με την εορτή και να πούμε και ποιήματα.
Πόσα ποιήματα είπα? Κανένα α όλα κι' όλα για να πεις ποίημα και να λάβεις μέρος στα θεατρικά έπρεπε νάχεις μπάρμπα στην Κορώνη, τι νομίσατε έτσι δίνονται οι ρόλοι?
Στην αυλή του σχολείου υπήρχαν μπασκέτες και δυο τερέν για βόλεϊ, δυο κούνιες δυο μονόζυγα, υπήρχε τάφρος για μήκος και διάφορα εξαρτήματα για αθλητικά αγωνίσματα , όπως εμπόδια ύψος , όταν γινόντουσαν αγώνες στη περιοχή την ασπίδα την έπαιρνε το χωριό μου. Για να πάρεις την ασπίδα σήμαινε ότι το σχολείο πήρε και τα πιο πολλά κύπελλα. Τι κύπελλο πήρα? όλο αδιακρισία είσαστε!! Πάμε παρακάτω.
Είχαμε δυο δασκάλους ( νομίζω αργότερα έγινε τριθέσιο) εμείς είχαμε δυο, εγώ πρόλαβα τέσσερις στη σειρά τρεις δασκάλους και μια δασκάλα, συνήθως οι δάσκαλοι ήταν από τα γύρω χωριά και γνώριζαν αρκετούς χωριανούς και μερικοί είχαν και συγγενείς, που σημαίνει οι δάσκαλοι καλή ώρα τους όπου και να είναι, έρχονταν σε δύσκολη θέση για το πως θα αντιμετώπιζαν τους συγγενεις και τους προύχοντες , λίγο οι προύχοντες λίγο τα σόγια που να δεις προκοπή.(όχι ούτε προύχοντες είμαστε ούτε συγγενείς είχαμε τσ τσ τσ απορώ πως τα κατάφερα χωρίς μέσον ,φτου μου )
Επίσης τρώγαμε και ξύλο ,οι δάσκαλοι έστελναν τα αγόρια να βρούνε βέργες έξω από το χωριό για να ανοίγουμε τα χεράκια μας ( αχ χεράκια μου δεν σας φτάνει η δουλειά κουβαλάτε και τις ξυλιές ) και να τις τρώμε ,εμείς τα κορίτσια λέγαμε στους μουνταλάδες τα αγόρια να μην φέρνουν γερές βέργες για να σπάνε αμέσως και να γλιτώνουμε λίγο ξύλο αλλά αυτοί (μα τι χαζά που ήταν) διάλεγαν τις καλύτερες και το ωραίο αυτοί τις δοκίμαζαν πρώτοι.
Ξέχασα να γράψω ότι πηγαίναμε και το απόγευμα στο σχολείο, αυτό ήταν βάσανο.
Πέντε πράγματα τα μάθαμε σε αυτό το κτίριο πάνω , όλοι όσοι πάνε στο χωριό πάνε και βλέπουν το σχολείο τους που τώρα είναι έρημο και η αυλή του γεμάτη παλιοσίδερα, ούτε κήποι υπάρχουν με όμορφα τριαντάφυλλα ούτε βρύσες που τρέχαμε να πιούμε νερό αλλά ούτε και παιδιά να τρέξουν μόλις κτυπούσε το κουδούνι.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Λαμπρή στο χωριό.

Τα λουλούδια δίπλα τα λέμε Λάζαρους και βγαίνουν τέτοια εποχή, στα χωράφια του χωριού μου εκτός από λαλέδες φύτρωνα και οι λάζαροι.Πάντα μου θυμίζουν το Πάσχα στο χωριό μου.



Σήμερα θα γράψω για τις προετοιμασίες που γινόντουσαν στο χωριό μου εν αναμονή της Λαμπρής.
Οι νοικοκυρές συνήθως ασβέστωναν το σπίτι και το καθάριζαν από γωνιάς.
Την μεγάλη βδομάδα ζύμωναν ψωμιά έφτιαχναν κουλούρια και οπωσδήποτε τις φλαούνες (οι φλαούνες φτιάχνονται από ζυμάρι και για τη γέμιση βάζουν τυρί ειδικά φτιαγμένο για τις φλαούνες, αυγά , δυόσμο και προαιρετικά σταφίδες,το ζυμάρι μερικοί το γλυκαίνουν)
Μερικοί χωριανοί είχαν στην αυλή τους φούρνο και έτσι οι νοικοκυρές κανόνιζαν με αυτόν που είχε φούρνο για να ψήσουν τα ψωμιά τους τα κουλούρια και τις φλαούνες όλοι με τη σειρά.
Εμείς τα παιδιά μαζευόμασταν εκείνες τις μέρες και παρακολουθούσαμε την όλη διαδικασία ,όταν δε είχαμε φτιάξει κουλούρα με ζυμάρι ή καλάθι με ζυμάρι και στη μέση είχαμε βάλει κόκκινο αυγό, ε τότε περιμέναμε πως και πως να ψηθεί για να καμαρώσουμε τα επιτεύγματα μας.
Ήταν μια όμορφη διαδικασία το ψήσιμο, σχεδόν όλο το χωριό βρισκόταν στο πόδι για να έχουν όλοι έτοιμα όλα αυτά που έπρεπε να γίνουν πριν την μεγάλη μέρα ,τη Λαμπρή.

Τη Μεγάλη Πέμπτη από νωρίς στολίζαμε τον επιτάφιο ,θυμάμαι που γυρνούσαμε όλο το χωριό, μιας και όλοι είχαν κήπο με λουλούδια για να μας κόψουν λουλούδια για τον επιτάφιο.
Όλοι μας έκοβαν και το βράδυ τα λουλούδια τους βρισκόντουσαν πάνω στον επιτάφιο.
Επίσης τη Μεγάλη Πέμπτη βάφαμε και τα αυγά ,Τότε τα αυγά τα βάφαμε όλα κόκκινα και πολλές νοικοκυρές αγόραζαν ρίζες που όταν τις έβραζαν έβγαζαν κόκκινο χρώμα και με αυτό έβαφαν τα αυγά.
Εκτός από τα αυγά της κότας προμηθευόμασταν και αυγά από γαλοπούλα και αυγά φαραώνας που ήταν πολύ πιο ανθεκτικά στο τσούγκρισμα από αυτά της κότας.
Τη Μεγάλη Παρασκευή τρία κορίτσια ντυνόντουσαν μέσα μέσα στα μαύρα και όταν ο παπάς έλεγε έρανο τον τάφο.... η μια πετούσε λουλούδια γύρω από τον επιτάφιο και οι άλλες δυο έραναν με ροδόσταγμα.
Το Μεγάλο Σάββατο όλο το δάπεδο της εκκλησίας στρωνόταν με μικρά κλαδιά από μιρσίνια και τη νύκτα της Ανάστασης απέναντι από την εκκλησία άναβαν μια μεγάλη φωτιά που στο τέλος καίγανε τον Ιούδα.
Όλοι οι χωριανοί μαζευόμασταν για να ακούσουμε τον καλό λόγον ,Καλόν λόγο λέμε όταν ο παπάς πει(την ανάσταση σου χριστέ άγγελοι υμνούσιν εν ουρανείς...)
Ήταν μέρες όμορφες μέρες αγάπης μέρες που δεν θα ξαναζήσουμε με όλη αυτή τη διαδικασία. Ήταν μέρες που πάντα θα τις θυμόμαστε με νοσταλγία και πόνο ,πόνο γιατί μας τις στέρησαν άγρια με το έτσι θέλω.
Ευχομαι σε όλους ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Οφτόν κλέφτικο

Οφτόν!!!!!!

Το οφτόν είναι ένα από τα νοστιμότερα εδέσματα στην Κύπρο αυτό το ξέρουμε όλοι οι Κύπριοι και όσοι ξένοι το έχουν δοκιμάσει.
Για τους Ελλαδίτες φίλους (καλαμαρούθκια) οφτόν λέμε το κρέας συνήθως αρνί ή κατσίκι που το ψήνουμε σε φούρνο χωριάτικο,συνήθως μικρό φουρνάκι στο οποίο μπορείς να βάλεις λίγο κρέας που αφού πυρώσεις το φουρνάκι βάζεις το κρέας σε λαδόκολλα και στη συνέχεια κλείνεις το στόμιο θάλεγα το σφραγίζεις με λάσπη μέχρι να ψηθεί καλά το κρέας.
Αυτοί που ασχολούνται ξέρουν και πόσες ώρες πρέπει να μείνει μέσα για να ψηθεί.Στο χωριό μου ακριβώς στη μέση του χωριού (μάλλον δεν ήταν τυχαία η τοποθεσία) ένας συγχωριανός μας ο Σταμπόλης έφτιαχνεν οφτό και το πουλούσε.
Όταν το έφτιαχνε το ήξερες χωρίς καν να τον δεις, όπου και να ήσουν στο χωριό μόλις άνοιγε το φουρνάκι του σε έπαιρνε η μυρωδιά,

σου έσπαγε τα ρουθούνια  η άτιμη !!αλλά μη φανταστείτε ότι όλοι αγοράζαμε!Που τέτοια τύχη!!! Εκείνες τις εποχές ο κόσμος έκανε πολλά παιδιά και για να φτάσει να φάει  όλη η οικογένεια έπρεπε να το αγοράσει σχεδόν όλο το φουρνάκι.Βέβαια όλο το πουλούσε,  δεν έφτιαχνε και εκατό κιλά!!!
Έτσι που και που και πολύ αραιά για τη μυρωδιά και μόνο μας έπαιρνε η μάνα μας λίγο ,το άτιμο μύριζε αμέσως μόλις γινόταν.
Τώρα όπου κοιτάξεις στη Κύπρο βλέπεις φουρνάκια και βρίσκεις εύκολα οφτόν κλέφτικο, αλλά σαν του μακαρίτη του Σταμπόλη δεν νομίζω να βρει κανείς πουθενά.
Αυτά γινόντουσαν πριν το 1974 στο χωριό μου Τον Νικήτα.