Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Οι παλιοί μετανάστες.


Σήμερα θα γράψω για τους μετανάστες του χωριού μου .
Στις δεκαετίες του 50 -60 πολλοί χωριανοί έφευγαν μετανάστες ως επί το πλείστον στην Αγγλία .
Σχεδόν κάθε σπίτι είχε και κάποιον δικό του που είχε ξενιτευτεί και είχε πάει στην Αγγλία .
Οι λόγοι αυτής της μετανάστευσης ήταν συνήθως οικονομικοί και σε άλλες περιπτώσεις όταν κάποια κοπέλα παντρευόταν με κάποιον που έμενε στην Αγγλία και πάλι πιστεύω πως και τότε οι λόγοι ήταν οικονομικοί,βλέπετε εκείνες τις εποχές ο κόσμος έκανε πολλά παιδιά και αν ήταν και κορίτσια έπρεπε να παντρευτούν και ας ήταν και στο εξωτερικό.
Η μεγάλη μου αδελφή παρόλα τα παρακάλια της μάνας μας και του πατέρα μας αυτή ήθελε να πάει στη Αγγλία να παντρευτεί αυτόν που της προξένεψαν οι εξαδέλφες μας που ζούσαν εκεί.
Θάλεγα ότι η αδελφή μου ήταν η πιο όμορφη του χωριού μην πω και της περιοχής, Στα 18 της πήγε στην Αγγλία να βρει το ριζικό της (τον γαμπρό)
Τον παντρεύτηκε και έχει και δυο παιδιά.
Τώρα βέβαια ζούνε στη Κύπρο μετά από 23 χρόνια γύρισαν πίσω.
Πριν το 1974 όταν ερχόταν κάποιος από την Αγγλία τρέχαμε όλοι να τον δούμε και να μας πει νέα από τους δικού μας ,η αλήθεια είναι πως μπορεί τον δικό μας άνθρωπο να τον είχε δει πριν από μήνες ,αλλά δεν είχε καμιά σημασία για μας ,φτάνει που τον είχε δει.
Τότε ο κόσμος δεν μπορούσε να πηγαίνει στην Αγγλία για να δει τα παιδιά του ή τα εγγόνια του όπως τώρα που πάνε 2---3 φορές το χρόνο.
Σχεδόν κάθε απόγευμα πήγαινα να δω αν είχαμε γράμμα ,τα γράμματα ήταν γραμμένα σε φόρμα ( γαλάζια) την ανοίγαμε προσεκτικά και και πάνω σε αυτή στο εσωτερικό ήταν τα λόγια τα αγαπημένα.

Όταν ερχόντουσαν οι ξενιτεμένοι μας μας άρεσε που όλοι ήταν άσπροι και ντυμένοι με ωραία ρούχα,ειδικά οι γυναίκες ήταν βαμμένες όμορφα και μύριζαν τα ωραία τους αρώματα.
Εγώ προσωπικά που γύριζα όλη μέρα μες τον ήλιο ,ήμουν κατράμι μπροστά στην αδελφή μου που ήταν και το φυσικό της άσπρο άσπρο (καλά καλά τώρα δεν είμαι κατράμι), μην νομίζετε παιδάκι ήμουν, με περνάει 13 χρόνια ,ήμουν πέντε χρονών όταν έφυγε(έχω φάει ξύλο από αυτήν,αλλά μόνο από αυτήν όμως την αγαπούσα όλο από πίσω της έτρεχα ,μα ήθελε να μην πηγαίνω στις λάσπες ,να μην τρώω χώματα ,ήθελε να με κάνει μπάνιο και μετά εγώ να κάθομαι σούζα,ε όχι κυρία μου ,πήγαινα στα χώματα και μετά της έλεγα ,είσαι υπόχρεα να με λούσεις.Οπότε τις έτρωγα και μετά με παρηγορούσε που έκλαιγα. Α ρε Μαρούλλα.
Ένα άλλο που άμα το σκέφτομαι γελώ και λέω ( βρε τι ψωνάρες ήταν οι ξενιτεμένοι μας) όλοι τρέχανε στην Κερύνεια, στο Ξερό για να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα ,στην Αγγλία δουλεύανε σαν τους μαύρους, όταν ήταν στη Κύπρο δεν είχαν πάει ποτέ ,μπάνιο δεν ξέρανε ( οι περισσότεροι ) ,αλλά μόλις πατούσαν το πόδι τους στο χωριό ξεπερνούσαν τον κάθε τουρίστα.
Ήταν ωραία χρόνια για μας τα παιδιά, γιατί οι μανάδες οι καημένες και καμένες από τα ξένα που τους στερούσαν τα παιδιά τους , μόλις έφευγαν τα παιδιά τους πίσω για την ξενιτιά δεν μιλιόντουσαν για μέρες .
Τι όμορφα ήταν όταν ερχόντουσαν τα Καλοκαίρια οι ξενιτεμένοι μας οι ασπρουλιάρηδες με τα αρώματα τους!!!!
Έτσι κομψές ήταν οι γυναίκες που ερχόντουσαν από την Αγγλία όπως το παπούτσι της φωτογραφίας.